ΕNA  ''TAΞΙΔΙ''  (39 χρόνων)  ΣΤΗΝ  ΑΜΕΡΙΚΗ
Προσωπικές εμπειρίες και γεγονότα... Η ακμή και η παρακμή του Ελληνισμού ΗΠΑ

Κεφάλαιο A': H μοναδική Αστόρια, η μοναδική Νέα Υόρκη... Προσωπικά βιώματα δεκαετίας 1976-1986


Αποσπάσματα υπό έκδοση βιβλίου... Πραγματικά γεγονότα, σκόρπια αλλά ατόφια και χωρίς editing (ακόμα)

Τον Ιανουάριο 1977 το χιόνι ήταν πυκνό στη Νέα Υόρκη, ο χειμώνας βαρύς. Το απόγευμα, αυτοί που ''τρέχαμε'' περισσότερο, κουβαλούσαμε περπατώντας, σανίδες από το Αstoria Blvd στο ''Μποχήμιαν'' στην Αστόρια, περίπου 1/3 του μιλίου απόσταση, γιά τα σκηνικά της θεατρικής παράστασης. Η ''πολιτιστική εβδομάδα'' που διοργανώναμε οι φοιτητές, με τις πολλές εκδηλώσεις καθημερινά, που πραγματικά έμεινε στην ιστορία, πλησίαζε. Η προσωπική εργασία εξοντωτική. Μετά, Neptune γιά cheeseburger και κουβέντα ή στον Σταμάτη (τότε ήταν στο Ditmars) γιά ελληνικό φαγητό. Ο Σταμάτης και η 'Αννα μας έκαναν κι έκπτωση 20-25%. Την ''βγάζαμε σπαρτιάτικα''. Τότε, οι ολίγοι που φιάξαμε (από ΝΥΙΤ ξεκίνησε) την ''Συνομοσπονδία Ελλήνων Φοιτητών'' (ΣΕΦ), με μέλη τους φοιτητικούς συλλόγους από όλα τα πανεπιστήμια Νέας Υόρκης, νεοφερμένοι φοιτητές από την Ελλάδα -αρκετοί ήρθαμε γιά μεταπτυχιακό- είμασταν έντονα πολιτικοποιημένοι.
Eκτιμώ ότι, 25% των φοιτητών από Ελλάδα την περίοδο 1975-1980, ήταν προσκείμενοι ή μέλη στο ΚΚΕ, 15% στο τότε ΚΚΕεσ., 10% στο ΠΑΣΟΚ και οι υπόλοιποι 50%, ανένταχτοι ή σε άλλα ελληνικά κομματικά σχήματα. (Οι Κύπριοι φοιτητές, γιά δικούς τους λόγους, δεν συμμετείχαν στις φοιτητικές δραστηριότητες, μ' εξαίρεση 3-4 μόνο)
.....................................................................................
Στο Πανεπιστήμιο ''NΥΙΤ'' (κοντά στο ''Πλάζα'' ήταν τότε, ίδιο κτίριο που εκείνη την εποχή στεγαζόταν και η ''Ολυμπιακή'') που πρωτοπήγα -γιά τα δύο πρώτα semesters- με ταξί από ένα ξενοδοχείο στο ''μεσαίο'' Μανχάτταν, πρωί 7 Σεπτεμβρίου 1976, 16 ώρες μετά την άφιξη στις ΗΠΑ, ξαφνιάστηκα. Στο γραφείο, όπου πήγα να δώσω τον φάκελο με τα έγγραφα, την...βαλίτσα στο χέρι και μόνο 90 δολάρια στην τσέπη (δεν ήξερα που θα μείνω, ένας μακρυνός συγγενής δεν απάντησε στο τηλέφωνο), ένας υπάλληλος που με είδε, κατάλαβε και μου είπε ''περίμενε εδώ''. Πέντε λεπτά μετά, οι φωνές τους ακούγονταν από μακριά: Καμιά 20αριά 'Ελληνες ήρθαν να υποδεχτούν και να βοηθήσουν τον νεοφερμένο. Αισθάνθηκα ασφάλεια, όχι ξένος στην ξένη χώρα.

Η προθυμία τους να βοηθήσουν με κάθε τρόπο γιά οτιδήποτε, συγκινητική. Οι δυνατές καθαρές φιλίες στον νέο κόσμο άρχισαν να δημιουργούνται. Με πήγαν στην μεγάλη καφετέρια. Η πρώτη συμβουλή: «Αυτοί εκεί, στην άλλη πλευρά, είναι Πέρσες, που δεν θέλουν τον Σάχη. Και οι άλλοι απέναντι, είναι πράκτορες της ''Σαβάκ'' της μυστικής Υπηρεσίας του Σάχη, που τους παρακολουθούν. 'Ισως πλακωθούν στο ξύλο εδώ μέσα».
Το NYIT τότε, ήταν το ''αρχηγείο'' των ελληνικών φοιτητικών δραστηριοτήτων σε όλη τη Νέα Υόρκη. Και όλοι οι φοιτητικοί σύλλογοι ήταν δυνατοί, με πολλά μέλη ο καθένας και πλούσιες δραστηριότητες.
.........................................
(Λίγα χρόνια μετά, είπα στον γενικό πρόξενο Νέας Υόρκης -Ν. Καπελάρης- πόσο σημαντικό είναι γιά την Ελλάδα να δώσει προσοχή στους φοιτητικούς συλλόγους με τις χιλιάδες οργανωμένα μέλη, με τους αυριανούς επιστήμονες, ειδικούς, καθηγητές κλπ είτε μείνουν ΗΠΑ, είτε επιστρέψουν Ελλάδα. Μου απάντησε ''καλά αυτά που μου λέτε, αλλά πρέπει να φύγω να πάω σε μιά δεξίωση''. Μιιλάμε για μιά χρονική περίοδο με έντονη κινητικότητα γιά Κύπρο, ελληνοτουρκικά, εμπάργκο όπλων στην Τουρκία κ.ά. Από τον γεν. πρόξενο κατάλαβα ότι είχα να κάνω με διπλωμάτες-''τουρίστες'' και δεν άλλαξα γνώμη ίσαμε σήμερα. Οι περισσότεροι μείναμε ΗΠΑ. Η Ελλάδα δεν ασχολήθηκε μαζί μας, Εμείς την προωθούσαμε αθόρυβα, αλλά ανοργάνωτα, στους Αμερικανούς).
........................................
 Με βοήθησαν, υποδεικνύοντας τι μαθήματα να πάρω. Αργά το απόγευμα ο μακρυνός συγγενής, ο Τάκης, απάντησε στο τηλέφωνο. 'Ηρθε με το ''Κάντιλακ'' και με πήρε. Περάσαμε την γέφυρα ''Κουήνσμπορο''. Φτάνοντας στην Αστόρια και οδηγώντας στους 31 δρόμους προς Ditmars, τάχασα: Αφίσσες με 'Ελληνες τραγουδιστές, μουσική Καζαντζίδη από τα μαγαζιά, ελληνικές επιγραφές. ''Καλώς ήρθες στην ελληνική Αστόρια'', μου είπε χαμογελώντας, βλέποντας την έκπληξή μου. Και πραγματικά η Αστόρια ήταν ελληνική 100% σε όλα. H γυναίκα του στο σπίτι, ένα τετράγωνο ανατολικά του Ditmars, είχε φιάξει και...γαλόπιτα, αλα Αργολίδα. Την είχε ενημερώσει η... μητέρα μου.

Tην άλλη μέρα το πρωί, με πήγε στο τραίνο. ''Πρέπει να μάθεις'', μου είπε και μου έδωσε 7 εικοσάρικα. Πολύ χρήμα τότε γιά φοιτητή. ''Εχεις πέντε χρόνια να τα ξεπληρώσεις, χωρίς τόκο'', μου είπε χαμογελώντας. ''Θα βρούμε και διαμέρισμα σύντομα, κάπου εδώ Αστόρια, προς το ποτάμι''. 'Ετσι με τον ''Ριρή'' (RR), έτσι έλεγαν την γραμμή του ''υπόγειου'' προς Μανχάτταν τότε, πήγα Πανεπιστήμιο μόνος μου.
Οι συμφοιτητές και ο Τάκης με είχαν προειδοποιήσει: ''Οι τύποι που κοιτούν περίεργα το πρωί στις εισόδους του τραίνου, είναι του Ιμμιγκρέησιον. Μαζεύουν παράνομους μετανάστες''.

Μετά δύο εβδομάδες, ο Τάκης με πήγε στο Social Security (Ditmars και 31 δρόμους). Mε το διαβατήριο και την φοιτητική βίζα, βγήκε η κάρτα Social Security, η κανονική, η ίδια δηλ. που έχω ίσαμε σήμερα. Δεν χρειαζόταν εκείνα τα χρόνια νάχεις ''πράσινη κάρτα'', γιά να πάρεις το Social Security. Μόλις βγήκαμε, θαμπώθηκα από την ομορφιά και το χαμόγελο μιάς νέας γυναίκας. 'Ηταν η Αφροδίτη 'Αθα, ήξερε τον Τάκη. Μού είπε ότι από πάνω (στο κτίριο) ήταν ''μιά μικρή ελληνική εφημερίδα δεκαπενθήμερη που έβγαζε ο κ. Θεοδόσης, που έφερνε και τις ελληνικές εφημερίδες'' κάθε μέρα με πτήση της ''Ολυμπιακής''. Και αν ήθελα θα τους μιλούσε. Ο Τάκης της είχε πει ότι από μαθητής στο γυμνάσιο τα τελευταία δύο χρόνια, έγραφα άρθρα σε μιά εφημερίδα του 'Αργους, την ''Αναγέννηση'' (τότε).

'Ετσι, η (πανεπιστημιακή και μη) ζωή στην πόλη ''όλων των χωρών'' και πολιτισμών, άρχισε, μαζί και η φοιτητική-συνδικαλιστική. 'Εγινα και γεν. γραμματέας στον φοιτητικό σύλλογο, έφιαξα και το νέο καταστατικό που εγκρίθηκε. Αργότερα, συμμετείχα στην γραφή του καταστατικό της ΣΕΦ, μαζί με τον Λεωνίδα Μπεχράκη, τον Στέλιο Γιαννακόπουλο, τον Γιώργο Χουλιάρα, τον Γιάννη Μπουλέ, τον Γ. Μπαλοδήμο.

Οι μερικές χιλιάδες νεοφερμένοι φοιτητές από την Ελλάδα, είμασταν έντονα πολιτικοποιημένοι (και κομματικοποιημένοι).
Λίγα χρόνια πριν, είχαμε ζήσει στην πατρίδα, χούντα, Πολυτεχνείο, τουρκική εισβολή στην Κύπρο, μεταπολίτευση...Εγώ ήμουν ΠΑΣΟΚ, με ''δράση'' στην Ελλάδα από τότε που ιδρύθηκε ('Αργος, Νομαρχιακή Αργολίδας κλπ και με συμμετοχή ως αντιπρόσωπος στο πρώτο προσυνέδριο, Πλ. Αμερικής 1976). Στη Νέα Υόρκη, πήγαινα και στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, πίσω από την ''Καλύβα'' στην Αστόρια. Αλλά δεν έμεινα πολύ, διαπιστώνοντας ότι τα μέλη της Τοπικής Οργάνωσης, επέβλεπαν σε μελλοντικές εξυπηρετήσεις. Και μετά το 1981 ορισμένοι από αυτούς ''βολεύτηκαν'', όπως ο Ηλ. Θανασάς, γιά παράδειγμα. 'Αλλοι, όπως ο Βασίλης Στήθος, ο Γιώργος Καραβίτης, παρέμειναν αγνοί. 'Επαψα να ''ανήκω'' στο ΠΑΣΟΚ από τον χρόνο 1985 και από τότε παραμένω απόλυτα ακομμάτιστος.

Η φοιτητική ζωή κυλούσε στο νέο κόσμο...Πρωί πανεπιστήμιο στο Μανχάτταν, απογεύματα Αστόρια, στις ''γιάφκες'' (περισσότερο ''Κρέσεντ'' και 23 λεωφόρο), δηλαδή στα σπίτια όπου έμεναν φοιτητές γιά κουβέντα και... καυγάδες. Τα βράδυα, ομαδική ''επιδρομή'' στον Σταμάτη ή στο Neptune ή καμιά φορά στον Μάκη Μωραίτη στην ''Καλύβα'' στο Ditmars (αν και ακριβό μαγαζί γιά εμάς και πολύ καλή ψησταριά, πάντα ο ''κουλτουριάρης'' και ποιητής Μάκης -αυτός ο ωραίος 'Ελληνας- από την Ιθάκη, μας έλεγε ''ελάτε, μην στεναχωριέστε αν δεν έχετε χρήματα. Φοιτητές είσαστε. Εγώ κερνάω. Και μόνο η κουβέντα μας είναι όλα τα λεφτά γιά μένα''.
Η Αστόρια τότε, αλλά και ο Ελληνισμός, είχαν ομορφιά, ανθρωπισμό, φιλότιμο, δημιουργικότητα, αλλά και ελληνική...μικρομαφία.

Τους τελευταίους 2 μήνες του 1976 και τους πρώτους 3 του 1977, δεν άφησα πανεπιστήμιο γιά πανεπιστήμιο. Τους μιλούσα (1976 ειδικά) γιά την ανάγκη δημιουργίας Συνομοσπονδίας Φοιτητών και παρουσίαζα τους ελληνικούς φοιτητικούς συλλόγους στην δεκαπενθήμερη εφημερίδα ''Μέτοικος''. Πήγαινα τρεις φορές την εβδομάδα εκεί και έγραφα τα κείμενα (γωνία Ditmars και 31). Η πανέμορφη κοπελιά Αφροδίτη 'Αθα, χήρα του μοναδικού και ανεπανάληπτου Θεοδόση, ερχόταν πάντα να βοηθήσει, με καφέ και ντόνατς. Την εποχή εκείνη, ήταν χιλιάδες οι 'Ελληνες φοιτητές -από Ελλάδα- στα πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης και Νέας Υερσέης.
Τον μοναδικό Μπάμπη Μαλαφούρη, που με επισκεπτόταν τακτικά και με καλούσε σπίτι του για φασολάδα Σάββατα (και ''ξεκκοκάλιαζα'' την εφημερίδα του ''Ομογένεια'', που με επηρέασε στο υπόλοιπο της ζωής μου) και με αγάπησε σαν παιδί του, τον είχα ήδη γνωρίσει τέλη Σεπτέμβρη 1976, δηλ. την δεύτερη εβδομάδα από την άφιξή μου στις ΗΠΑ (θα αναφερθώ ξεχωριστά σε αυτήν την μορφή της Ομογένειας, την αείμνηστο Μπάμπη)

Η Νέα Υόρκη τότε, είχε πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, αλλά και (ελληνική) κουλτούρα. 'Ελληνες μετανάστες που διέπρεπαν και στους τομείς των τεχνών, των γραμμάτων κλπ ('Αθας, Σπάνιας, Μαλαφούρης κ.ά.) Τακτικός, σχεδόν μόνιμος στη Νέα Υόρκη, ο Μ. Χατζιδάκης. Στο ''Πόρτ Σάϊντ'', ο Πετρολούκας Χαλκιάς κάθε βράδυ, ''μάγευε'' με το κλαρίνο του. Οι καλλιτέχνες από Ελλάδα πηγαινοέρχονταν: Χιώτης-Μαίρη Λίντα, Μπιθικώτσης, Διονυσίου, Μοσχολιού, Καίτη Γκρέη, κ.ά. (Και τοπικοί εξαιρετικοί καλλιτέχνες). Ακόμα και ο Στέλιος Καζαντζίδης εγκαταστάθηκε γιά ένα διάστημα στην Αστόρια αργότερα και συντρώγαμε στην ''Ρούμελη'' καμιά φορά και τα λέγαμε. Τα ελληνικά νυχτερινά κέντρα, γεμάτα. Οι ταβέρνες και τα εστιατόρια, εκατοντάδες. Η ''Εστία'', ο ''Διόνυσος'', το ''Σιρόκο'', ο ''Μολφέτας'', η ''Σπηλιά'' έγραφαν ιστορία. 'Ενας Ελληνισμός που είχε ζωή, είχε κουλτούρα, είχε αλληλεγγύη. Σχεδόν καμία η σχέση του τότε, με το σήμερα. Μία Αστόρια που δεν φοβόσουν να περπατήσεις την νύχτα. Η ελληνική Αστόρια που μόνο ελληνικά άκουγες, λες και μιά μεγάλη ελληνική πόλη από την πατρίδα είχε μεταφερθεί- ''φυτευτεί'', στην πολυπολιτισμική Νέα Υόρκη. Μία Αμερική ευημερούσα, που εόρταζε τα 200 χρόνια της την χρονιά που ήρθα, με πρόεδρο Φορντ και νικητή στις εκλογές του Νοέμβρη 1976 τον Κάρτερ.
Θυμάμαι και την συγκέντρωση στο ''Κρύσταλ Πάλας'' στην Αστόρια, Οκτώβριο γιά τον  Πωλ Σαρμπάνη. Πήγα, από περιέργεια. Εκλέγηκε γερουσιαστής γιά πρώτη φορά, στις εκλογές που ακολούθησαν, Νοέμβριο 1976. Τρία χρόνια μετά ως αρχισυντάκτης της ''Πρωϊνής'', γνώρισα τον σήμερα αντιπρόεδρο ΗΠΑ και τότε γερουσιαστή (από Ιαν. 1973) Τζο Μπάϊντεν, όταν επισκέφθηκε τα γραφεία της εφημερίδας. Με χιούμορ και καλή διάθεση μου έδωσε και συμβουλές γιά την ζωή στις ΗΠΑ.

Η πολιτιστική εβδομάδα της ΣΕΦ, ήταν το κάτι άλλο. Δώδεκα ώρες προσφοράς κάθε μέρα: Από εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής, χειροτεχνίας, ίσαμε διαλέξεις, παραστάσεις ''θέατρου Σκιών'' και θεατρική παράσταση (που ''στήθηκε'' σε 9 ημέρες από φοιτητές) με την ''Ιστορία του Αλή Ρέτζο''. Καθημερινά, όλη μέρα και ίσαμε μεσάνυχτα, γεμάτο το ''Μποχήμιαν''. Γλέντι την τελευταία ημέρα, στον κήπο. Αυτή η εβδομάδα δημιούργησε ''επανάσταση'': Οι Ομογενείς και οι επιχειρήσεις τους, αγάπησαν και αγκάλιασαν τον φοιτητόκοσμο, εκτίμησαν την προσφορά του. Δεν υπήρχε εστιατόριο ελληνικό ή άλλη επιχείρηση που δεν μας έκανε έκπτωση 20 και 30 και 40 και 50%. Βγάλαμε και ''κάρτα μέλους'' της ΣΕΦ, κάναμε συμφωνία με περίπου 30 ελληνικές επιχειρήσεις γιά εκπτώσεις στους κατόχους της. Οι εστιάτορες ειδικά, μας αγαπούσαν, μας ήθελαν, πηγαίναμε στα μαγαζιά τους, ομαδικά παρέες. Αισθάνονταν ότι μας ''χρωστούσαν'' επειδή προσφέραμε στην παροικία, είτε με την πολιτιστική εβδομάδα, είτε με τις θεατρικές παραστάσεις και λοιπές εκδηλώσεις, ειδικά στο πολύ ενεργό τότε ''Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού'' (ΚΕΠ). Eκείνα τα χρόνια, είχαμε ακόμα την ομορφιά της μεγάλης παρέας, της σχεδόν ολονύκτιας καλής κουβέντας, της σκέψης -και χωρίς τυχοδιωκτισμούς επιθυμίας- γιά τι καλό μπορούσαμε να κάνουμε γιά τους συνέλληνες, γιά την Ομογένεια.

Ως Συνομοσπονδία ενοικιάσαμε και γραφείο στην 30η Λεωφόρο κοντά 31 δρόμους, Αστόρια. Εκεί πρωτοέβγαλα μιά εφημεριδούλα της ΣΕΦ (η πρώτη μου...εκδοτική δουλειά). 'Εφερναν κείμενα συνφοιτητές, όπως ο Γ. Χουλιάρας, ο πρώτος πρόεδρος Κρίτωνας Βαλεράς, ο Θ. Καρούνος, ο (μακαρίτης, τον χάσαμε πρόωρα) Αποστόλης Μπερδεμπές, η αδελφή του η Βάσω, ακόμα και η λογοτέχνης, η Ρεγγίνα (μας) Παγουλάτου, η Παϊδούση (μάνα και κόρη) κ.ά.
Κι εκεί, θυμάμαι τα κορίτσια από τον σύλλογο ''Ικαρος'' τους ''Κουήνς Κόλετζ'' μας έφεραν φαγητό ένα βράδυ και μας είδαν, τον Αποστόλη Μπερδεμπέ κι εμένα να μισοκοιμώμαστε ...όρθιοι από την κούραση, ακουμπώντας στον...τοίχο, ενώ ο Γ. Χουλιάρας (χρόνια μετά στο ελληνικό Γραφείο Τύπου-Πληροφοριών) ήταν περισσότερο τυχερός: 'Ηρθε η Βάλερι και τον πήρε, πριν πιάσει...πάτωμα.

Και όταν ο Σεραφείμ Λάζος μετά, άνοιξε την μπουάτ του στο Ditmars (και την συνέχισε ως ''Μικρόκοσμο'' ο Γρηγόρης Μανινάκης, με τις φωνές της συμφοιτήτριάς μας 'Ελλης Πασπαλά -έκανε μεγάλη καριέρα μετά Ελλάδα με Χατζηδάκη κ.ά.-, της 'Αννας Παϊδούση, της Τζούλη Τζιάβρα κ.ά.), ομαδικά, Σάββατο εκεί γιά καλή μουσική. Παρασκευές βράδυ, στο κάτω Μανχάτταν γύρω από το Νew York University, στα κουλτουριάρικα ημιυπόγεια. Κυριακές, περπάτημα Μανχάτταν που δεν είχε κίνηση, γιά να χαζεύουμε τις βιτρίνες ή σε κανένα μουσείο και γκαλερί. Απόγευμα, ποδόσφαιρο στο πάρκο Αστόριας, βράδυ στα γνωστά ''στέκια''.

............................................................

Στις αρχές 1977 άρχισα να κοιτάζω και γιά εργασία. Χρήμα από Ελλάδα δύσκολο νάρθει (και γιά τεχνικούς λόγους). Σε εστιατόριο -που ήταν καθολικά προτιμητέο τότε- δεν ήθελα να πάω να δουλέψω.

Είχα γεννηθεί μεγαλώσει -ίσαμε τα 18 μου χρόνια- σ' ένα τότε ευλογημένο μέρος, το χωριό μου το πλησιέστερο στο 'Αργος, στον πλούσιο κάμπο της Αργολίδας (σήμερα είναι δημοτικό διαμέρισμα του 'Αργους). Γεννήθηκα τέλη Νοεμβρίου 1955, αλλά στα χαρτιά ο πρόεδρος της Κοινότητας (τότε) εμένα και τον γιό του δάσκαλου, μας έβαλε ως γεννηθέντες 1954. Δεν είμασταν πλούσια οικογένεια, αλλά ούτε και φτωχή. Τα είχαμε όλα. Η τότε εύφορη Αργολίδα, είχε πλούτο. Στο ένα από τα χωράφια, 10 στρεμμάτων με πορτοκαλιές, που στην άκρη του ήταν και το πατρικό σπίτι, η μητέρα φρόντιζε να φυτεύει -σε μία άκρη του- ντομάτες, αγγούρια, μελιτζάνες, φασολάκια και κάθε είδους ζαρζαβατικά. Μέσα στο περιφραγμένο χωράφι, 5-6 αρνιά πάντα, που εξασφάλιζαν το κρέας. Στην πίσω αυλή, πολλά κουνέλια, κότες -φρέσκα αυγά- 2 λεμονιές κ.ά. Από γείτονες και συγγενείς γάλα φρέσκο. Στο πίσω μέρος, σε ένα δωμάτιο-αποθήκη, ένα μεγάλο βαρέλι που γέμιζε κάθε χρόνο με μούστο-κρασί Νεμέας. Λάδι γιά όλη την χρονιά από τα χωριά στα βουνά (Λυρκεία κ.ά.). Και ο φούρνος μία φορά την εβδομάδα ''άναβε'' (και ανάβει ακόμα) γιά ψωμί, γαλόπιτες, σπανακόπιτες, αρνί ψητό, γεμιστά και τα άλλα περίφημα σκευάσματα της μητέρας.
Στο δημοτικό σχολείο, 80 μέτρα από το σπίτι μου, ο δάσκαλος Σπ. Σαραβάκος, μας απαγόρευε να παίζουμε ποδόσφαιρο (με εξαίρεση τις διακοπές). Εμείς όλη μέρα παίζαμε στα ''κρυφά'', με πρώτον τον τερματοφύλακα...γιό του, τον Κώστα. Τις Δευτέρες, ''παρέλαση'' από την έδρα, γιά να μας ρίξει από 4 δυνατές ''βεργιές'' στα χέρια. Κι εμείς στα κρυφά σπάζαμε τις βέργες από ελιά, αλλά αυτός φρόντιζε να έχει και εφεδρικές.
Στο χωριό συμμετείχαμε όλοι σε όλα: Γάμους, βαπτίσεις, κάλαντα, κηδείες. Τα χωριά τότε, είχαν την ανθρωπιά, την συνεύρεση, την παρέα, το καφενείο, την αλληλεγγύη.
Οι πορτοκαλιές βασικά, έφερναν το χρήμα γιά τα απαραίτητα κι ένα μικρό περίσσευμα. Από 14 χρονών και ''μοτοσακό'', αλλά και το...δίκανο γιά ''μπεκάτσες'' και ''βαρελότα'' γιά Ανάσταση. Από τα 16, με το ''μοτοσακό'' σχεδόν κάθε Κυριακή στις Μυκήνες, στους βασιλικούς τάφους, στην ''ακρόπολη'', μόνος ή στο Ηραίον εκεί κοντά. Σαββατοκύριακα, Αύγουστο, στην Επίδαυρο γιά τις παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο και μετά παραλία Ναύπλιο. Καλοκαίρια (φρούριο) Παλαμήδι, Τολό, Καραθώνα. Παλαμήδι, ανεβαίνοντας καμιά φορά τα 999 σκαλιά και πάντα μιά ματιά στο μπουντρούμι που φυλάκισαν τον ελευθερωτή της Ελλάδας, Θεοδ. Κολοκοτρώνη. Αλλά, την Κυριακή, από το δημοτικό, στην εκκλησία του χωριού στον άγιο Αθανάσιο υποχρεωτικά. Ο παπούς ήταν αυστηρός. Στο δημοτικό σχολείο του χωριού, έπρεπε Σάββατα να μαθαίνουμε τροπάρια και τον...''απόστολο''. Αναγκαστικά, όσο περνούσαν τα χρόνια έγινα και βοηθός...ψάλτη. Ιδιαίτερα στο ιδιωτικό γυμνάσιο στο 'Αργος, δεν είχαμε άλλες επιλογές: Ο ιδιοκτήτης-διευθυντής, ''στραβόξυλο'', απόφοιτος θεολογικής Σχολής Χάλκης με ότι αυτό στυνεπάγεται, αλλά και μακρυνός συγγενής. 'Ηθελε κάθε Δευτέρα στο βιβλιαράκι επίδοσης που έβλεπαν οι γονείς με τις επιδόσεις στα μαθήματα, να υπογράφει ο παπάΣταύρος, ότι εκκλησιαστήκαμε. Κι εμείς, επειδή ο καλοκάγαθος πραγματικά άνθρωπος, ο παπάς, μας κυνηγούσε από το ιερό γιά να μην του παίρνουμε... ''πρόσφορα'', κάθε Ανάσταση (οι πασχαλιές ειδικά στον κάμπο και τα υπόλοιπα λουλούδια ήταν το ''κάτι άλλο'') φροντίζαμε να του ρίχνουμε δυο-τρεις ''τρακατρούκες'' στα πόδια του, με στόχο να ''σκάζουν'' κάτω από το ράσο του, οπότε με το ''Χριστός Ανέστη'' (που όλος ο κάμπος της Αργολίδας θύμιζε από τα πυροτεχνήματα, στους παλιούς, γερμανικούς... βομβαρδισμούς), ''χόρευε'' και ο παπαΣταύρος.

..........................................................

Τελευταία ημέρα Ιουνίου 1977... 56 Str. και Μadison Ave., Μανχάτταν, στον δεύτερο όροφο, στο γραφείο-''αποθήκη'' (γεμάτο βιβλία, χαρτιά, πίνακες ζωγραφικής στοιβαγμένους, λιθογραφίες κλπ) του καθηγητή και μετά ακαδημαϊκού, Βάσσου Βλαβιανού, 8:45 βράδυ. Μπήκε μέσα μία εντυπωσιακή κυρία με ''φινέτσα'' και ''κλάση''... ''Γιώργο, παιδί μου'' (έτσι με αποκαλούσε ο αείμνηστος) ''να σου συστήσω την κ. Φαννή Πεταλλίδου''. Είπαν μερικές κουβέντες μεταξύ τους και μετά η εκδότρια της τότε νέας καθημερινής εφημερίδας ''Πρωϊνή'' (ιδρύθηκε 2 Απριλίου 1977), η ''τζιμπρέα''  κ. Πεταλλίδου μου είπε, ''πάμε...''. Εγώ ακολούθησα χωρίς να γνωρίζω ''που πάμε''. Μπήκαμε στην Jaguar της και από την 2η λεωφόρο κατεβήκαμε 43 δρόμους. Σταμάτησε μεταξύ 2ης και 3ης λεωφόρου. Στο μεγάλο κτίριο πήραμε το ασανσέρ. Στην είσοδό του το εστιατόριο, ένα από τα καλύτερα τότε στη Νέα Υόρκη, αυτό του Τάσου Μάνεση. Η εκδότρια δεν έλεγε πολλές κουβέντες. Υποθέτω θα σκεφτόταν ''αυτόν τον πιτσιρικά θα βάλω στην εφημερίδα''; 'Ημουν εκείνη την ημέρα 21 χρονών και 7 μηνών (στα ''χαρτιά'', 22 και 7 μηνών) . Μπήκαμε στα γραφεία της εφημερίδας με σύστησε στους τότε διευθυντές και μου είπε να κάτσω στο πρώτο αριστερά γραφείο, αυτό του ''διαφημιστικού'', με τους Κώστα Κομνηνέλη και Γιώργο Βεκιαρέλη. Μετά ήρθε και μου ψιθύρισε στο αυτί ''κάνε το κορόϊδο και ότι σου λένε''. Ταυτόχρονα έβαλε κάτι στο τσεπάκι του πουκαμίσου μου και είπε ''αύριο μεσημέρι να είσαι εκεί''. Κι έφυγε. Μετά, στην τουαλέτα, είδα ότι ήταν τρία χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων και μιά business card, που έγραφε ''Constantine Vagionis, attorney at law''. Tην άλλη μέρα πήγα στο κάτω Μανχάτταν στο γραφείο του, μη γνωρίζοντας γιατί έπρεπε να πάω. Ο Κώστας, με καλωσόρισε (γνώριζε άριστα τον Β. Βλαβιανό όπως μου είπε και συνεργάζονταν γιά χρόνια γιά τα εφοπλιστικά ζητήματα του ''μπατζανάκη'' του Βλαβιανού, μεγαλοεφοπλιστή Αντώνη Χανδρή). Μου έβαλε κάτι χαρτιά μπροστά και μου λέει ''υπόγραψε εδώ κι εδώ κι εδώ''. Του λέω ''τι είναι αυτά''; Μετά πρόσεξα ότι ήταν η αίτηση στο Ιμμιγκρέϊσιον γιά την ''πράσινη κάρτα'' και στο υπουργείο Εργασίας γιά την (προσωρινή) άδεια εργασίας. Υπόγραψα δίπλα στην υπογραφή της Φ. Πεταλλίδου. Αυτή είχε πάει την προηγούμενη ημέρα και είχε ήδη προϋπογράψει τις αιτήσεις, μία ημέρα δηλαδή ενωρίτερα από την πρώτη γνωριμία μας. (Πήρα την ''κάρτα'' μου 3 1/2 χρόνια μετά. 'Ισαμε τότε είχα την φοιτητική βίζα, αλλά και την προσωρινή ειδική άδεια, γιά να εργάζομαι μόνο στην εφημερίδα. Το κανονικό Social Security το είχα πάρει μήνες πριν). Την 1η Αυγούστου 1977, οι διευθύνοντες ''αποχώρησαν'' και η εκδότρια με ανάγγειλε ως το νέο αρχισυντάκτη της εφημερίδας, δύο ημέρες πριν τον θάνατο του Μακάριου στην Κύπρο. Κι ένιωθα άσχημα γιατί ήμουν ο...μικρότερος σε ηλικία, από όλο το συντακτικό ειδικά, προσωπικό... 'Εμεινα ως αρχισυντάκτης (επίσημα διευθυντής σύνταξης, όπως αναγραφόταν στην ταυτότητα της εφημερίδας) ίσαμε 30 Αύγουστου 1984.

(Στο επόμενο: Η γνωριμία με τον μοναδικό Μάμπη Μαλαφούρη και τον καθηγητή-ακαδημαϊκό Βάσσο Βλαβιανό. Η επίμονη σύστασή τους στην εκδότρια της ''Πρωϊνής'' Φανή Πεταλλίδου να με προσλάβει ως αρχισυντάκτη και η αρχή μιάς καινούργιας πορείας)

...........................................................

Η γνωριμία με τον Μάνο Χατζηδάκη - 23 Δεκεμβρίου 1977
Κουραστική η ημέρα... Εκτός από την κανονική εφημερίδα και το ένθετο γιά εορτές Χριστουγέννων... Περασμένα μεσάνυχτα, έφυγαν οι σελίδες για το τυπογραφείο, στο Κάτω Μανχάτταν...
Κατέβηκα με το ασανσέρ. Πεζοδρόμιο 37ης οδού. Είχε αρχίσει να πέφτει χιόνι, απαλό... 'Ηταν μια μαγευτική βραδυά, γλυκειά... Δεν πήρα ταξί για Αστόρια. Προτίμησα να περπατήσω βόρεια, πάνω στην 3η Λεωφόρο. 'Ηθελα να απολαύσω την όμορφη βραδυά, χαζεύοντας, όπως περπατούσα, βιτρίνες και ουρανοξύστες... 'Εφτασα 59 δρόμους και μετά ανατολικά, στην 2η Λεωφόρο. Στο coffee shop του Ηλία. 'Ηξερα ότι είχε βάρδια πάντα νυχτερινή. ''Ελα να καθήσουμε πίσω, να σου γνωρίσω τον καλό μου φίλο τον Μάνο, τον μεγάλο μας συνθέτη'', μου είπε ο Ηλίας μόλις μπήκα. Στο τελευταίο τραπέζι, παράθυρο. Ο Μάνος Χατζηδάκης... Δεν πίστευα ότι τον έβλεπα μπροστά μου.
''Μάνο, να σου συστήσω τον Γιώργο, που σου 'λεγα τις προάλλες''.
Ο μεγάλος μας συνθέτης, έπινε καφέ, κάπνιζε κι έτρωγε το αγαπημένο του apple pie με κανέλα πάνω, ζεστό.
''Χαίρω πολύ που σας γνωρίζω'', είπα με μάλλον τρεμάμενη φωνή από την έκπληξη και την συγκίνηση.
Με κοίταξε περίεργα, κοίταξε και τον Ηλία. Διάβαζε συχνά την ''Πρωϊνή'', που του έδινε ο Ηλίας. Τότε δεν υπήρχε τηλεόραση από Ελλάδα ή ραδιόφωνο. Η μόνη επικοινωνία ήταν μέσω τηλεφώνου με την πατρίδα, εκτός της αλληλογραφίας. Η ''Πρωϊνή'' και ο ''Εθνικός Κήρυκας'' ενημέρωναν την Ομογένεια γιά τα γεγονότα στην πατρίδα. Τις αθηναϊκές εφημερίδες που έρχονταν με την ''Ολυμπιακή'' καθημερινά, τις αγοράζαμε σε ελληνικά καταστήματα μετά τις 8 το βράδυ.
''Εγώ περίμενα πολύ μεγαλύτερο σε ηλικία γιά αρχισυντάκτη. Πόσο χρονών είσαι;'', με ρώτησε.
''Εκλεισα τα 22 πριν κοντά ένα μήνα'', απάντησα.
''Κάθισε Γιώργο... Να κεράσω καφέ ή κάτι άλλο;'' μου είπε, μετά από την σχετική αμηχανία.
''Θα πεινάει τέτοια ώρα'', συμπλήρωσε ο Ηλίας.
Προτίμησα κι εγώ apple pie και καφέ.
Ο Μάνος Χατζηδάκης, μου είχε πει ο Ηλίας, έμενε 2 τετράγωνα μακριά, στους 57. Και μετά τα μεσάνυχτα, όταν ήταν στο αγαπημένο του Μανχάτταν, προτιμούσε το μαγαζί του Ηλία, τελευταίο τραπέζι, πίσω, παράθυρο.
Μιλήσαμε γιά περίπου μιάμιση ώρα. Γιά Ελλάδα, Μανχάτταν-Νέα Υόρκη, Αστόρια, μετανάστες, μουσική, πολιτική.
Εγώ έδωσα έμφαση, με πολλές ερωτήσεις, στην εμπειρία του στο Μανχάτταν (είχα μάθει από τον Μπάμπη Μαλαφούρη με τον οποίον γνωριζόταν, επειδή ο Μπάμπης έμενε 2-3 τετράγωνα νοτιοδυτικά, αλλά και από τον Τάσο Βεργίτση που σύχναζε γιά χρόνια στου Ηλία). Ο Μάνος Χατζηδάκης είχε γράψει την μουσική γιά την θεατρική παράσταση ΙLLYA DARLING, με την Μελίνα Μερκούρη και τον Νίκο Κούρκουλο, σε σκηνοθεσία Ντασσέν, που ξεκίνησε 11 Απριλίου 1967 στο θέατρο Mark Hellinger και κράτησε ίσαμε 13 Ιανουαρίου 1968 (συνολικά 320 παραστάσεις). Είχε προταθεί γιά 6 βραβεία Tony.
Στο τέλος άνοιξε τον φάκελο που είχε στο τραπέζι. 'Εβγαλε ένα χαρτί διπλωμένο, που μέσα είχε μία κασέτα. Τίτλος της ''το χαμόγελο της Τζοκόντα''. Μου την έδωσε λέγοντάς μου ''αυτό γιά σένα. Με είχε εμπνεύσει το Μανχάτταν όταν έγραφα την μουσική. Δεν σου κρύβω ότι σε αυτό εδώ το τραπέζι, έγινε αρκετή από την δουλειά γιά το χαμόγελο της Τζοκόντα''. Στο χαρτί είχε γράψει, με την γραφή του (συμπλήρωσε μόνο την ημερομηνία, μπροστά μου και το υπόγραψε):

ΧΟΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ
Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω. Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.
Σκίζω τον τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους, χρωματισμένους εφιαλτικά κι οι μπάντες να χτυπάνε στους ρυθμούς ξέφρενα, ενώ εγώ χάνομαι μέσα στον χρόνο, μόνος, έρημος, μέσα από εκεί που ήρθα, αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στην μνήμη των ανθρώπων.
Γιατί ποτέ κανείς δεν θα γνωρίσει αν ήρθα, αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κάποτε τυχαία ανάμεσά τους.
Μάνος Χατζηδάκης,  ''Το χαμόγελο της Τζοκόντα''
23 Δεκεμβρίου 1977, Μανχάτταν - Νέα Υόρκη.

Μετά φύγαμε...Η ώρα ήταν περασμένες 3:00 μετά τα μεσάνυχτα. 'Ηδη, παραμονή Χριστουγέννων... Το χιόνι έπεφτε απαλά... Αυτός περπατώντας, πήγε στο διαμέρισμά του. Εγώ βρήκα ταξί και περνώντας την γέφυρα Κουήνσμπορο, δίπλα, πήγα Αστόρια, εκεί που έμενα, κοντά στο ποτάμι και στο πάρκο.
Βρεθήκαμε και άλλες φορές στου Ηλία, τους επόμενους μήνες...

.....................................................

Γιώργος Λυκομήτρος

(Εξυπακούεται ότι τα παραπάνω αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του υπογράφοντος - copyright)